Ελληνική ναυτιλία: ώρα μηδέν ή ώρα ηγεμονίας;

2016-03-10_054308

Του Ιωάννη Τσαμουργκέλη 

Η επιστολή της Επιτρόπου Margrethe Vestager προς την ελληνική κυβέρνηση με θέμα την κρατική ενίσχυση που υποκρύπτει το καθεστώς φορολογίας χωρητικότητας και άλλες φορολογικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται στον νόμο αριθ. 27 της 19ης Απριλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε και οι συνεπακόλουθες προτάσεις προσαρμογής,  αλλάζει θεμελιωδώς τα δεδομένα για την ελληνική (και ευρωπαϊκή) ναυτιλία. Η Ελλάδα καλείται να αλλάξει το ευρύτερο καθεστώς φορολογίας των  επιχειρήσεων του ναυτιλιακού και ευρύτερου ναυτιλιακού κλάδου.

Η ουσία των προτάσεων της Επιτροπής αφορά στην εκτίμησή της ότι το ισχύον φορολογικό καθεστώς λειτουργίας συνιστά επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των επιχειρήσεων του ναυτιλιακού κλάδου που δεν είναι διαθέσιμο σε όλους τους τομείς/επιχειρήσεις, και εν τέλει επιτρέπει στους δικαιούχους τους να εξοικονομούν φόρους. Ειδικότερα η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτή η “επιλεκτικότητα” υποστηρίζεται από:

“α) το σύστημα φόρου χωρητικότητας για πλοιοκτήτριες εταιρείες/διαχείρισης πλοίων,
β) την απαλλαγή από τη φορολογία υπεραξίας που προέρχεται από την πώληση πλοίων που φορολογούνται σύμφωνα με τη χωρητικότητα,
γ) το ειδικό καθεστώς φορολογίας για τις εταιρείες του ναυτιλιακού κλάδου,
δ) την απαλλαγή από τη φορολογία των μερισμάτων και της υπεραξίας σε ναυτιλιακές και συναφείς εταιρείες,
ε) την απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς που προβλέπει ο ν. 27/1975.”

Τα μέτρα αυτά κατά την Επιτροπή συνιστούν απαλλαγές από συνήθεις φόρους που καταβάλλονται κανονικά στο ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, ως εκ τούτου, στερείται κρατικών πόρων και συνιστούν κρατικές παρεμβάσεις με τη μορφή κανονιστικών ρυθμίσεων (π.χ. νόμοι του Κοινοβουλίου, διατάγματα, κλπ.).

Τα επιχειρήματα της Επιτροπής στο σύνολό τους ενέχουν λάθη για ορισμένες επιμέρους επισημάνεις. Ωστόσο στην πλειονότητά τους δεν είναι εύκολα μαχητά, εδραιώνονται στις γενικές αρχές του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για τον ανταγωνισμό και την κατάργηση κρατικών (άμεσων και έμμεσων) ενισχύσεων (πχ φορολόγηση μερισμάτων και υπεραξίας, φόρος κληρονομίας κλπ), στηρίζονται στην ασάφεια της ελληνικής νομολογίας (π.χ. προσδιορισμός κερδών από την εκμετάλλευση των πλοίων), και κυρίως δεν αμφισβητούνται με επάρκεια από τις ελληνικές αρχές.  Επιπλέον υπάρχει αδιαφάνεια στους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης και τις διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές αρχές.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση η τελική αναπόδραστη υιοθέτηση των ως άνω μεταρρυθμίσεων στον ευρωπαϊκό χώρο, θα οδηγήσουν στη συρρίκνωση των δραστηριοτήτων στη ναυτιλία και τις εξαρτώμενες από αυτήν επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Μια συρρίκνωση που δεν θα επέλθει κυρίως από τη μείωση των πλοίων υπό ελληνική σημαία -όπως στρεβλά επί έτη υποστηρίζεται μέσω συνδικαλιστικών κυρίως επιχειρημάτων- αλλά από την “έξοδο” των φυσικών προσώπων και των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων από την ελληνική επικράτεια και τη μετεγκατάσταση σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με το ίδιο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, αλλά με υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που θα μετριάζει τη διακριτότητα της ευμάρειας των  περί την ναυτιλία. Επιπλέον στην “έξοδο” θα συνδράμουν και οι σαφέστατα καλύτερες υποδομές επιχειρηματικής ανάπτυξης που προσφέρονται στις πλέον αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Και αυτό καθώς ανέκαθεν ήταν οι προνομιακές φορολογικές και άλλες ρυθμίσεις που ανέστειλαν (όσο ανέστειλαν), αυτή την “έξοδο”.

Ωστόσο το τρέχον ζητούμενο είναι οι ενέργειες της ελληνικής πλευράς για τον μετριασμό των επιπτώσεων όχι απλώς για την ελληνική ναυτιλία αλλά για την ευρωπαϊκή. Σαφέστατα το βάρος πέφτει στους φορείς εκπροσώπησης του ναυτιλιακού χώρου που καλούνται να αναλάβουν δράσεις συνεννόησης (lobbying), με εκπροσώπους ναυτιλιακών φορέων στις άλλες -μικρότερες-  ναυτικές δυνάμεις τη Ευρώπης (μεταξύ αυτών και η Γερμανία), έτσι ώστε να αποκαταστήσουν την ορθή εκπροσώπηση των συμφερόντων τους στην ΕΕ.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφεθεί η διαπραγμάτευση στα χέρια μιας κυβέρνησης χωρίς ερείσματα στον ευρωπαϊκό χώρο η οποία  μάλιστα εκπροσωπεί μια χώρα υπό οικονομική εξάρτηση, με τα ομόλογα και τους τίτλους του ελληνικού δημοσίου σε διαβάθμιση απόλυτου junk. Ο ρόλος της ελληνικής κυβέρνησης πρέπει να είναι και να παραμείνει επικουρικός. Ιδιαίτερα με δεδομένο ότι ο ελληνικός και ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει πλέον του  50%  του συνόλου του ευρωπαϊκού στόλου.

Με άλλα λόγια, ήρθε η ώρα η ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα να ηγεμονεύσει στις εξελίξεις και να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα ανταποκρίνονται στον κυρίαρχο της ρόλο στην ΕΕ. Εντός αυτού του πλαισίου ηγεμονίας μπορεί να βρεθούν και οι ευελιξίες για τη διατήρηση ικανών προνομίων που θα συνιστούν κίνητρα μη “εξόδου” των φυσικών προσώπων και των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων από την Ελλάδα. Στη φάση διευθέτησης και μεταρρυθμίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο Ελληνοκεντρικές θεωρήσεις από την πλέον διεθνοποιημένη ελληνική επιχειρηματική κοινότητα θα συνιστά πολιτική περιορισμένων οριζόντων με δυσμενέστατες συνέπειες για το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας όσο και της χώρας. Ήρθε η ώρα οι πρώτοι της Ευρώπης να αποκαταστήσουν την ηγεμονία του στις εξελίξεις που τους αφορούν.

* Ο κ. Ιωάννης Τσαμουργκέλης διδάσκει Διεθνή Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου. Έχει διατελέσει διευθύνον στέλεχος εταιρειών στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

capital.gr

Δημοσιεύτηκε από τον στις Μαρ 10 2016 στην θεματική ενότητα Ακτοπλοΐα

Μπορείτε να παρακολουθείτε την δημοσίεύση αυτή μέσω του καναλιού RSS 2.0

Responses are currently closed, but you can trackback from your own site.

Sea Speed Ferries

Golden Star Ferries


Diavlos Salvage Towage Ltd


Ναυτιλιακό Επιμορφωτικό Κέντρο για Πρόληψη της Ρύπανσης, Ασφάλεια στη Θάλασσα και Περιβαλλοντική Ενημέρωση